Επενδύσεις και νέες τεχνολογίες στον κλάδο του νερού

Ροές δισεκατομμύρια ευρώ για την εκμετάλλευση και την αξιοποίηση των υδατικών πόρων, καταγράφονται τα τελευταία χρόνια, με τον επιχειρηματικό και επενδυτικό κόσμο, να στρέφεται όλο και περισσότερο, προς αυτή την κατεύθυνση.

Σχεδόν 2 εκατ. πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμμετείχαν στην πρωτοβουλία Right2Water αναδεικνύοντας «το δικαίωμα στο νερό και την αποχέτευση» και ζητώντας από την Επιτροπή «η παροχή νερού και η διαχείριση των υδάτινων πόρων να μην υποβάλλονται στους κανόνες της εσωτερικής αγοράς, αλλά και οι υπηρεσίες νερού να αποκλείονται από την απελευθέρωση της». Το γεγονός ήρθε σε αντιδιαστολή με τις εξελίξεις στον κλάδο του νερού παγκοσμίως, όπου επιχειρηματικοί παράγοντες έχουν στραφεί στη σχετική οικονομία, διαβλέποντας μεγάλες ευκαιρίες ανάπτυξης και σημαντικά κέρδη. Προς το παρόν η μεγάλη «μάχη» αφορά κατά κύριο λόγο τη χρηματοδότηση και την υλοποίηση έργων σε χώρες που αντιμετωπίζουν τεράστια σχετικά προβλήματα. Σύμφωνα με έκθεση της Credit Suisse, η Κίνα είναι μία εξ αυτών, καθώς διαθέτει το 7% των παγκόσμιων αποθεμάτων γλυκού νερού όντας όμως υπεύθυνη για το 16% της παγκόσμιας κατανάλωσης. Ακόμη χειρότερη «εικόνα» στην Ινδία, όπου καταναλώνεται το 18%, παρότι τα αποθέματα της χώρας δεν ξεπερνούν το 3%. Σε αμφότερες λοιπόν, οι κυβερνήσεις εξετάζουν έργα εκατοντάδων εκατ. ευρώ για την επίλυση του ζητήματος, δημιουργώντας και τις αντίστοιχε επιχειρηματικές ευκαιρίες.
Τα τελευταία χρόνια όμως, έχει αρχίσει να καταγράφεται μία ακόμη επιχειρηματική τάση που σχετίζεται με το νερό. Οι μεγαλύτερες πολυεθνικές του πλανήτη, αλλά και πλήθος επενδυτών παγκοσμίως, αυξάνουν σε μεγάλο βαθμό τις επενδύσεις τους για την αγορά οικοπέδων και καλλιεργειών σε περιοχές «πλούσιες» σε αποθέματα νερού. Έκθεση του Worldwatch Institute, σημειώνει ότι από το 2000 και μέχρι σήμερα περισσότερα από 360 εκατομμύρια στρέμματα γης (περίπου το μέγεθος της Ιαπωνίας) έχουν αγοραστεί ή μισθωθεί από πολυεθνικές, με επιπλέον 150 εκατομμύρια στρέμματα να βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση. Το Ινστιτούτου δικαιολογεί το γεγονός ως απάντηση στην κρίση των τιμών των τροφίμων και την αυξανόμενη ζήτηση για βιοκαύσιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς με το 20% των υδροφορέων να έχει αντληθεί ταχύτερα από ό,τι ανατροφοδοτείται από τις βροχοπτώσεις, επηρεάζεται αρνητικά σε μεγάλο βαθμό, η παραγωγή τροφίμων. Με το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής να παραμένει δε, «αναπάντητο», το ενδεχόμενο μεγιστοποίησης της αξίας του νερού, αυξάνεται σημαντικά, προσελκύοντας και επενδυτές.

«Απάντηση» από την τεχνολογία

Η «απάντηση» στην κλιματική αλλαγή και τα ζητήματα που δημιουργεί αυτή, από κοινού με την αύξηση της ζήτησης του νερού, είναι πιθανό να έρθει τελικά, από την επιστήμη. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, καταγράφεται μία «έκρηξη» νέων τεχνολογιών γύρω από τη διαχείριση υδατικών πόρων και λυμάτων, την αφαλάτωση, τον καθαρισμό και ό,τι άλλο περιλαμβάνεται στον κλάδο του νερού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελούν οι πλωτές φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις, που έχουν αρχίσει να τίθενται σε λειτουργία και στην Ευρώπη, με τη μεγαλύτερη αυτή τη στιγμή να τοποθετείται στο Λονδίνο για λογαριασμό της εταιρείας ύδρευσης Thames Water, έχοντας τη δυνατότητα να καλύπτει εξ ολοκλήρου τις ενεργειακές ανάγκες των τοπικών μονάδων καθαρισμού υδάτων για δεκαετίες, επιτρέποντάς τους να παράσχουν πόσιμο νερό, σε 10 εκατομμύρια ανθρώπους.